RSS

Αγαπημένα μου Blogakia,

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ!!!

Θα τα πούμε κάποια στιγμή μετά τις γιορτές...
Σας αγαπώ όλους πολύ πολύ πολύ!!
Χρόνια πολλά :)

Η μικρή Ηλιαχτίδα παιδεύεται..


Η γιαγιά της μικρής Ηλιαχτίδας, Θεός ‘σχωρέστην, ήταν μεγάλη τεχνήτρα και μεγάλη κεντήστρα. Και οι 6 εγγόνες της απέκτησαν πλεκτά, υφαντά, κεντήματα, οτιδήποτε (εκτός από κεντητά σεντόνια στο χέρι όπως το ήθελε η παράδοση. Ήταν βλέπετε μοντέρνα και πρωτοποριακή για την εποχή της!) Όλα για την προίκα τους. Έτσι, οι περισσότερες, αν όχι όλες, ασχολήθηκαν από μικρές με βελονάκι και κεντήματα. Η μικρή Ηλιαχτίδα όταν ήτανε μικρή, στην τετάρτη δημοτικού, απέκτησε το δικό της, όλο δικό της, παιδικό κέντημα. Μαξιλαροθήκη για μαξιλάρι σαλονιού. Το κέντημα απεικόνιζε μια μεγάλη κόκκινη πασχαλίτσα σε πράσινο χορτάρι. Δυστυχώς όμως και προς μεγάλη της απελπισία έχασε το κέντημα της στις διακοπές. Από τότε δεν ξανάαφοσιώθηκε σε κέντημα γιατί ήθελε να αποτίσει φόρο τιμής στη χαμένη πασχαλίτσα. Τα χρόνια πέρασαν και η πασχαλίτσα ξεχάστηκε. Την κέρδισαν η λήθη και η λησμονιά. Αυτό μέχρι πριν από ένα χρόνο. Η μικρή Ηλιαχτίδα άνεργη και κουρασμένη από το συνεχές καθισιό έστυβε το κεφάλι της μήπως και της έρθει καμιά φαεινή ιδέα. Τότε αναθυμήθηκε τη χαμένη πασχαλίτσα. Γεμάτη χαρά ανακοίνωσε την ιδέα της στη μητέρα της, η οποία όμως κούνησε το κεφάλι της με αμφιβολία. Ένα χαρούμενο πρωί λοιπόν σηκώθηκε με κέφι και ανυπομονησία και τράβηξε για ένα γνωστό μαγαζί με κεντήματα, κλωστές, βελόνες, κουμπιά, οτιδήποτε δηλαδή χρειάζεται ένα έργο τέxνης.A Piece of Art, για να ξεσκονίσουμε τ’ αγγλικά μας. Εκεί δούλευε και μια οικογενειακή φίλη οπότε είχε σιγουριά. Όταν όμως ήρθε η ώρα να διαλέξει η εκλογή ήταν δύσκολη. Το ένα ήταν ψιλή βελονιά, το άλλο παιδιάστικο, το τρίτο πολύ δύσκολο, το επόμενο πολύ λεπτομέρεια. Τελικά βρήκε προς μεγάλη της χαρά κι ενθουσιασμό, ένα κατάλληλο που πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις. Το κέντημα ήταν στάμπα, ήτανε παιδικό μαξιλαράκι και απεικόνιζε ένα παιδί που ετοιμαζόταν να κλωτσήσει μια μπάλα. Τα χρώματα λίγα και όχι μπλεγμένα εκτός από ένα, δυο σημεία. Η γνωστή κυρία την κάθισε δίπλα της και της ξαναθύμισε τη διαδικασία. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι το κέντημα ήταν σταυροβελονιά αλλά το προσπέρασε. Αφού της έδειξε με υπομονή της το έδωσε να προσπαθήσει. Αφού τα μπέρδεψε πολύ και χρειάστηκε να το κεντήσει και να το ξηλώσει πολλές φορές, έκανε μια σωστή σειρά και άρχισε να χτυπάει τα χέρια της με ενθουσιασμό. Το πλήρωσε κι έφυγε. Όταν έφτασε σπίτι έδειξε περήφανη στη μαμά της τη σωστή σειρά και κάθισε να κεντήσει. Αφού κέντησε αρκετή ώρα πήγε στη μαμά με περηφάνια, που ήξερε να κεντάει, και της έδειξε όσο κέντησε. Η μαμά όμως αφού το καλοκοίταξε, αναφώνησε «μα καλό μου, όλο είναι λάθος!» Και μπροστά στα απογοητευμένα μάτια της μικρής Ηλιαχτίδας το ξήλωσε όλο, άφησε μόνο μια σειρά κι αυτή ήταν η σωστή σειρά που είχε κάνει υπό την επιτήρηση της γνωστής κυρίας, και άρχισε να το κεντάει αυτή. Αφού κέντησε αρκετά το έδωσε πίσω στη μικρή Ηλιαχτίδα τη ρώτησε «κατάλαβες τώρα τι πρέπει να κάνεις;» Η μικρή Ηλιαχτίδα κούνησε γρήγορα το κεφάλι της για να ξεμπερδεύει και ξαναέκατσε να κεντήσει. Αφού όμως η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε πολλές φορές και η μαμά της κέντησε το μισό εργόχειρο, για να της δείξει πώς να κεντάει, το πήρε απογοητευμένη που έβλεπε τα όνειρα της να κεντήσει την προίκα για τα μικρότερα αδέλφια της που δε πρόλαβαν τη γιαγιά γιατί είχε ήδη κοιμηθεί, Θεός σχωρέστην, είδε τα όνειρα της να ναυαγούν και να μένουν άπιαστα όνειρα. Ταξιδιάρικά πουλιά χωρίς επιστροφή. Για να μη το ξαναδεί και την πιάσει το παράπονο το έκλεισε σ’ ένα ντουλάπι και φρόντισε επιμελώς να ξεχάσει την ύπαρξη του. Ώσπου όμως ήρθε η ώρα πριν λίγο καιρό να κάνει ξεκαθάρισμα στο ντουλάπι. Αντίκρισε το κέντημα με περίσκεψη. Τώρα η μικρή Ηλιαχτίδα δε θυμάται τι απέγινε το κέντημα. Το πιο σίγουρο όμως είναι να σαπίζει σε καμιά χωματερή. Αιωνία του η μνήμη και ζωή σε λόγου μας. Α! Και αυτή τη φορά δεν απέτισε φόρο τιμής μόνο και μόνο για να μην της μείνει κανένα τραυματικό κουσούρι!!


Η μικρή Ηλιαχτίδα διαβάζει για τον Ασέπ



Το μεγαλύτερο βάσανο της μικρής Ηλιαχτίδας δεν είναι κάποιο μικρότερο αδελφάκι, ή το σχολείο. Αλλά, κάτι χειρότερο. Το τρομερό τέρας που λέγεται Ασέπ. Ένα αδυσώπητο τέρας που καταβροχθίζει κόσμο και κοσμάκη. Λίγοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να το νικήσουν και να διαβούν την πύλη του Παραδείσου, χωρίς παράπλευρες απώλειες. Πολλοί οι τολμηροί λίγοι όμως οι νικητές. Για να κατορθώσεις να το νικήσεις πρέπει να υιοθετήσεις μια ευέλικτη στρατηγική γιατί ξέρει και ελίσσεται. Πρέπει να δώσεις μάχη σκληρή με αίμα και ιδρώτα. Και πάλι όμως είναι δεν είναι στο χέρι σου να το νικήσεις. Εξαρτάται από πολλές συγκυρίες η νίκη, της οποίας τα όρια είναι πολύ δυσδιάκριτα πολλές φορές με της ήττας. Η μικρή Ηλιαχτίδα το σιχαίνεται. Αλλά καθώς ζει κάτω από τη σκιά του και για να ζήσει καλά κι εμείς καλυτέρα πρέπει να δώσει μάχη και να το νικήσει. Να ζήσει εις βάρος του. Κάθεται και ξεροσταλιάζει μέρα νύχτα πάνω από τα βιβλία και τα τετράδια της και ονειρεύεται την ημέρα που θα νικήσει το τέρας και θα διοριστεί σε ένα μακρινό αιγαιοπελαγίτικο νησί των Δωδεκανήσων. Η μάχη είναι άνιση τις περισσότερες φορές και η μικρή Ηλιαχτίδα αντί για φωνές ενθάρρυνσης ακούει φωνές, τσακωμούς, γκρίνιες και μουρμούρες γιατί δυσκολεύεται να στρωθεί. Το netbook και το blog της σα νεράιδες την καλούν. Τα παραμυθένια τετράδια της, της μουρμουρίζουν χαηδευτικά στ’ αφτί. Και κείνη η δόλια τί να κάνει. Παραπαίει ανάμεσα στο καθήκον και στα όνειρα. Μπορείτε να μου λύσετε μια απορία; Πώς γίνεται τις καλύτερες εμπνεύσεις να της έχεις όταν στρώνεσαι να διαβάσεις; Που φυσικά δε διαβάζεις και μισοκοιμάσαι πάνω από τα βιβλία και τα τετράδια και κάθε φορά που ακούς ελαφροπατήματα τινάζεσαι έντρομη και παριστάνεις τη γενναία την ώρα του καθήκοντος. Πού δεν υποκύπτεις στη γλυκιά σειρήνα του ύπνου, αλλά ναι. Ω! Ναι! Διαβάζεις. Και φυσικά με το ένα χέρι στέλνεις μηνύματα κρυφά κάτω από το τραπέζι για να μη σε δουν ή κάνεις κανένα μικρό μεγάλης διάρκειας τηλεφωνάκι στη κολλητή που διαβάζει για πτυχίο και κλαίγεστε η μια στον ώμο της άλλης από μακριά. Και στηρίζετε η μια την άλλη. Και βογκάς πάνω από τις θεωρίες των θεωρητικών που είναι πολλοί, παράξενοι και διάφοροι πανάθεμα τους. Ο κάθε πικραμένος να βγάζει κι από μία θεωρία γιατί έτσι του κάπνισε. Μμμ… Τώρα της μικρής Ηλιαχτίδας της ήρθε μια ιδέα. Να βγάλει μια δική της θεωρία. Πού δε ξέρει ακόμη τι θα λέει, αλλά θα βγάζει τον πόνο της και θα διδάσκει στα μικρά τσορτσοπούλια της (ας όψονται τα ποντιακά) μαθήματα ζωής. Πώς να νικάνε την ίδια τη ζωή και να διεκδικούν ένα καλύτερο κόσμο για να ζήσουν. Και το μέλλον θα δείξει αν θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα κι αν θα διαβεί η μικρή Ηλιαχτίδα τις Πύλες του Παραδείσου. Αμήν!!!

μικρή Ηλιαχτίδα έπαθε, η μικρή Ηλιαχτίδα έμαθε…

Μα είναι δυνατόν φίλοι μου να σε ξυπνάνε από τα άγρια χαράματα, δέκα και μισή το πρωί, για σιδέρωμα;; Κι όμως είναι δυνατόν! Έτσι την πάτησε και η μικρή μας Ηλιαχτίδα εκείνο το πρωί. Το προηγούμενο βράδυ η μικρή Ηλιαχτίδα είχε κοιμηθεί αργά και ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Ξύπνησε, χωρίς να το θέλει, γύρω στις δέκα και προσπάθησε μάταια να ξανακοιμηθεί. Και κει που πήγε να την πάρει ο ύπνος, άκουσε μια φωνή από μακριά να την καλεί. «Ηλιαχτίδααα, σήκω για σιδέρωμα. Έχουμε μπόλικα ρούχα για σίδερο». Αμάν. Τι ήταν αυτό; Η Ηλιαχτίδα γύρισε πλευρό και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι αυτό που άκουγε ήταν ένας άσχημος εφιάλτης. Ωστόσο, η φωνή την ξανακάλεσε. Η Ηλιαχτίδα βόγκηξε. Ούτε λίγο χουζούρι δε μπορούσε να απολαύσει με την ησυχία της; Μα τι κακό ήταν αυτό που τη βρήκε πρωινιάτικα; «Ηλιαχτίδααα»…!!! Ούτε Σταχτοπούτα να ήταν. Με το ζόρι σηκώθηκε. «Έρχομαι, έρχομαι», γκρίνιαξε. Το κακό ήταν ότι σ’ ένα μεγάλο σπίτι με μια μεγάλη οικογένεια τα ρούχα είναι ουκ ολίγα. Και η Ηλιαχτίδα, που το ήξερε καλά, ξανά βόγκηξε. Αφού έκανε τα καθήκοντα της, πλύσιμο, βούρτσισμα, χτένισμα, πρωινό, όσο μπορούσε με την ησυχία της και τη Δαμόκλειο Σπάθη του σιδερώματος να κρέμεται πάνω από το κεφάλι της, πήγε στο σαλόνι. Η σιδερώστρα είχε ήδη στηθεί και τα ρούχα την πρόσμεναν σε στοίβες πάνω στον καναπέ. Η μικρή Ηλιαχτίδα αναστέναξε βαθιά. Τι άλλο μπορούσε να κάνει παρά να καταπιαστεί και να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα. Δε μπορούσε να βάλει μουσική, όπως συνήθιζε όταν σιδέρωνε, γιατί κάποιοι άλλοι είχαν καταλάβει το ραδιόφωνο και άκουγαν έναν σταθμό που η Ηλιαχτίδα τον βαριότανε. Σήμερα η τύχη δεν ήταν με το μέρος της. Κι έτσι δυστυχώς έπρεπε να κάνει τη δουλειά της χωρίς μουσική για να της απαλύνει το φορτίο. Με βαριά καρδιά σήκωσε το σίδερο και άρχισε να σιδερώνει. Για να κάνει πιο ανάλαφρη τη δουλειά της έπιασε να σιγομουρμουρίζει ένα νησιώτικο σκοπό. Και σε λίγο πήρε κάπως τ’ απάνω της. Και τότε ήρθε η κακιά η ώρα… Το σίδερο το είχε βάλει στο full, στο 3 κι έκαιγε πολύ. Η Ηλιαχτίδα θυμότανε από τα φοιτητικά της χρόνια πως το δυνατό σίδερο έκαιγε τα ρούχα. Η μεγάλη της όμως αδελφή της είχε πει σιδέρωμα στο 3. Η μικρή Ηλιαχτίδα το κοίταξε σκεφτική. Δε μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά παρά να ακούσει τις συμβουλές της μεγαλύτερης αδελφής της. Ήρθε η σειρά να σιδερώσει το πουκάμισο της μεγάλης της αδελφής. Αυτό που το ζήλευε και ήθελε με την πρώτη ευκαιρία να το κλέψει. Το παίρνει κι αρχίζει να το σιδερώνει. Την ώρα που σιδέρωνε το μανίκι του πουκάμισου βλέπει μια τρύπα. «Μπα, σκέφθηκε, φοράει η Πουπέττα τρύπιο πουκάμισο»; Δε πολύ έδωσε σημασία και συνέχισε το σιδέρωμα. Την ώρα όμως που σιδέρωνε το κυρίως φύλλο παρατήρησε έντρομη πως με κάθε σιδεριά έβγαινε και από μια μεγάλη τρύπα. Και φυσικά αφού το έδειξε δειλά δειλά στη μαμά και στη Πουπέττα ξέσπασε ομηρικός καυγάς. «Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι. Δε σε νοιάζουνε οι άλλοι», τσίριζε η Πουπέττα. «Μα, αφού με είπες ότι τα πουκάμισα τα σιδερώνουμε στο 3», διαμαρτυρήθηκε η Ηλιαχτίδα. «Τα πουκάμισα του μπαμπά στο 3, @#%&, και όχι όλα τα πουκάμισα». «Μα, παιδί μου δεν είδες ότι είναι νάιλον το πουκάμισο και δε φαντάστηκες ότι θα καεί στο 3»; Η Ηλιαχτίδα τα παράτησε, γιατί δεν έβγαζε άκρη μαζί τους. Και παράτησε το σίδερο για τη μαμά μη κάνει καμιά άλλη ζημιά στα πανάκριβα ρούχα της Γιουρίκας. Η μικρή Ηλιαχτίδα έπαθε, η μικρή Ηλιαχτίδα έμαθε. Μόνο τα πουκάμισα του μπαμπά στο 3 και όλα τα υπόλοιπα στο 2!!

Η μικρή Ηλιαχτίδα πάει για ψώνια


Η μικρή Ηλιαχτίδα σιχαίνεται τα ψώνια. Και για να τα γλυτώσει θα έκανε οτιδήποτε. Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές που όσο και να τα αποφεύγεις, θα τα βρεις μπροστά σου. Έτσι και εκείνη την ημέρα.

Άνοιξε τη ντουλάπα της η μικρή Ηλιαχτίδα και έψαξε τα ρούχα της για να δει τι θα βάλει. Τα έβλεπε ένα ένα και τα πετούσε στο κρεβάτι. Το ένα δεν είχε κουμπί. Το άλλο ήθελε στρίφωμα. Το τρίτο είχε μια τρυπίτσα στο μανίκι χαμηλά. Το άλλο είχε και λίγο φόρεμα πάνω του γύρω από την τρύπα. «Αααχ, δεν έχω τι να βάλωωω», γκρίνιαξε η Ηλιαχτίδα. Αμέσως επιστρατεύτηκαν η αδελφή ανερχόμενη σχεδιάστρια μόδας και στυλίστρια και η μεγαλύτερη αδελφή, φιλόλογος αυτή, που όλοι σέβονταν το ενδυματολογικό της γούστο και προσωπικό στυλ. Και άρχισε τότε το μαρτύριο της. «Πρέπει να πας για ψώνια», αποφάνθηκαν οι αδελφές βασανίστριές της, αφού τσέκαραν τα ρούχα της. Η μικρή Ηλιαχτίδα στραβομουτσούνιασε. «Μη κάνεις έτσι», τη μάλωσαν οι αδελφές της. «Γυναίκα είσαι. Πρέπει να ψωνίζεις πιο συχνά και για την ηλικία σου. Δε ξέρεις να ντύνεσαι». Καταλάβατε φίλες μου τι γίνεται; Άλλοτε βρίσκουν τη μικρή Ηλιαχτίδα παιδί και άλλοτε Γυναίκα. Όπως τους συμφέρει δηλαδή. Άρα, δεν είναι απορίας άξιο που η μικρή Ηλιαχτίδα αισθανόταν σα διχασμένη προσωπικότητα. Αφού λοιπόν διαφώνησαν εκατόν πενήντα χιλιάδες φορές για το αν το πουκάμισο ταιριάζει πιο καλά να μπει μέσα στη φούστα ή να πέφτει χύμα απ’ έξω, ή αν η μαύρη ζώνη ταιριάζει να μπει καλά χαμηλά κάτω στη θέση της ζώνης ή πάνω από το πουκάμισο και αφού τη μάλωσαν γερά που αρνήθηκε πεισματικά να βάλει τακούνια και έβαλε τ’ αγαπημένα της flat λαμέ πέδιλα, κίνησαν για την αγορά. Στην αγορά είχε αρκετή κίνηση. Άλλωστε ήταν περασμένες δώδεκα. Πρώτη στάση στο….. Μέσα είχε πολύ κόσμο. Άλλοι μπαινόβγαιναν στα δοκιμαστήρια, άλλοι περίμεναν να πάρουν σειρά, κάποιοι ψάχνανε απεγνωσμένα νούμερα στα ρούχα που ήθελαν, άλλοι τσέκαραν απλά να δουν τι υπάρχει, και κάποιες νεαρές δοκίμαζαν τις πανύψηλες, χοντρές, χειμωνιάτικες γόβες. Η μικρή Ηλιαχτίδα έμεινε να χαζεύει την κίνηση. Πάντα όταν την αγγάρευαν να συνοδεύσει τις αδελφές της στα ψώνια και δε τη γλύτωνε, αρεσκότανε στο να χαζεύει την κίνηση, τις υστερικές μαμάδες, τις ιδιοτροπίες των νεαρών, τους τσακωμούς με τις πωλήτριες. Όπως και αυτή τη φορά, ενώ οι αδελφές της άρχισαν να ψάχνουνε βιαστικά διάφορα μπλουζάκια, φουστίτσες και αξεσουάρ. Γύρισαν με γεμάτα τα χεριά και άρχισαν να φωνάζουνε την ονειροπόλα Ηλιαχτίδα. Τη φόρτωσαν με ρούχα και την τράβηξαν στα δοκιμαστήρια. Η Ηλιαχτίδα αφού έβαλε και έβγαλε το πρώτο ρούχο εκατό φορές γιατί δεν ήξερε ποιο ήταν το πίσω μπρος και το μέσα έξω, ευτυχώς η ταμπελίτσα κάτω αριστερά την έσωσε, τις φώναξε να τη δουν. Οι προσωπικές της στυλίστριες άρχισαν πάλι τα δικά τους. Σου ταιριάζει, δε σου ταιριάζει, βάλε λίγο αυτό πιο πίσω, στρώσε καλύτερα εδώ, μου αρέσει, δε μ’ αρέσει, εσύ τι λες; Μπα, άστο καλύτερα και βάλε το επόμενο. Η μικρή Ηλιαχτίδα αναστέναξε και ακουμπώντας στο τοίχο του δοκιμαστηρίου ονειρεύτηκε μια παραμυθένια χώρα όπου θα τις έντυναν και θα τις ξέντυναν μαγικά ραβδάκια, ανάλογα με τα μάτια, την επιδερμίδα και το χαρακτήρα της καθεμιάς. Ήξερε όμως καλά πως αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ, οπότε αφού ξανά αναστέναξε βαθιά βιάστηκε να βάλει το επόμενο μπλουζάκι γιατί οι αδελφές της άρχισαν να τη φωνάζουν. Βγήκαν με σακούλες. Επόμενος σταθμός… Και δω είχε κίνηση. Άλλωστε ήταν ένα μοδάτο νεανικό μαγαζί με καλές τιμές. Και δω πάλι το ίδιο βάσανο. Εδώ όμως δε μπόρεσε η μικρή Ηλιαχτίδα να χαζέψει τη κίνηση γιατί την τράβηξαν οι άλλες από το χέρι και άρχισαν να τη ρωτάνε «Σ’ αρέσει, δε σ’ αρέσει; Πες μας καλή μας, μη μας σκας».. Και άρχισαν να αντιπαραβάλουν τα μεγέθη πάνω της. Και δω κατέληξαν με τρεις σακούλες ρούχα και αξεσουάρ. Επόμενος σταθμός… Και δω τα ίδια βάσανα. Ευτυχώς εδώ είχε λιγότερο κόσμο. Αφού γύρισαν όλη την αγορά κατέληξαν σε ένα μαγαζί με φουλάρια, καπέλα και αξεσουάρ για τις ίδιες. Τουλάχιστο σ’ αυτό δε θα ψώνιζαν γι’ αυτήν αλλά για τις ίδιες. Γύρισαν ξεθεωμένες δυο ώρες αργότερα σπίτι φορτωμένες σακούλες. Ευτυχώς γιατί η μικρή Ηλιαχτίδα νόμισε ότι θα παραφρονούσε. Κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να τις πείσει ότι ήταν κουρασμένη και δε θα μπορούσε να παραστήσει άλλο το μοντελάκι και την άφησαν ήσυχη. «Τουλάχιστο, θα ησυχάσω για τα επόμενα δυο τρία χρόνια», σκέφθηκε ανακουφισμένη. Αμ δε. «Ετοιμάσου αύριο να βγούμε για παπούτσια», της είπε η μεγάλη αδελφή και της βρόντηξε την πόρτα. Και τι θέλετε να απάντησε η μικρή Ηλιαχτίδα; Αυτό που νομίζετε.. «Γκρρρρ….»!!!

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Εδώ και καιρό ξεκίνησε ένα πολύ όμορφο παιχνίδι μεταξύ των blogger που λέγεται το παιχνίδι της Αγάπης.
Για να πάρεις μέρος στο παιχνίδι πρέπει να σε προσκαλέσει κάποιος και οι όροι είναι οι εξής:
1. να αναφέρεις αυτόν που σε προσκάλεσε,
2. να γράψεις 10 πράγματα που αγαπάς και
3. να προσκαλέσεις κι εσύ 10 bloggers για να παίξουν.

Προσωπικά με κάλεσαν δυο πολύ καλές φίλες η meanan και η sunbeam και τις ευχαριστώ πάρα πολύ γιατί το κατα ευχαριστήθηκα.

Oι Ηλιαχτίδες μου

• Τα όνειρα μου
• Το χαμόγελο ενός μικρού παιδιού
• Το γράψιμο μου
• Το διάβασμα
• Το πιάνο μου
• Η μουσική
• Τα ταξίδια
• Το επάγγελμα μου
• Οι φίλοι μου
• Η οικογένεια μου


ΠΡΟΣΚΑΛΩ

Wolfsoul, τον πολύ καλό μου φίλο

Sweet Truth, την αγαπημένη μου

Marouli, το Μαρουλάκι και τις καλοδεχούμενες συμβουλές της

Sunbeam, την αχτίδα που πάντα μου χαμογελάει

Meanan την μανούλα μου

Φλόγα, την πιστή φίλη

Νερένια, την γλυκιά και μελαγχολική φίλη

Κυρά Δασκάλα, τη μαμάκα

Xrysoula την μαμά για τις υπέροχες συνταγές

Siesta, Το πολύτιμο παιχνιδόκουτο μου


Σε λένε Ηλιαχτίδα...


Σε λένε Ηλιαχτίδα και γράφεις. Όλο γράφεις. Και οι σελίδες γεμίζουν βιαστικά. Γράφεις; Γιατί γράφεις; Γιατί σ’ αρέσει η αίσθηση της λευκής σελίδας. Κι όταν πας να αναρωτηθείς πώς θα γεμίσει η λευκή σου κόλλα, αλλάζεις φύλλο βιαστικά γιατί εκείνη γέμισε. Μα, γιατί γράφεις; Γιατί με το γράψιμο αναπνέεις και γιατί χρωματίζεις με φωτεινά χρώματα τη μίζερη ζωή σου. Και γιατί δε παύεις να ονειρεύεσαι και να αποτυπώνεις τα όνειρα σου σ’ ένα χαρτί. Μα, τα ίδια λες και τα ξανά λες και επαναλαμβάνεσαι. Ωστόσο, τα όνειρα σου είναι πάντα διαφορετικά. Και πλημμυρίζεις και θέλεις να ξεχύσεις όλο αυτό το ορμητικό ποτάμι που αναβλύζει και τρέχει στη καρδιά σου. Για να είναι η κάθε σου μέρα μια καινούρια αρχή. Για να έχεις πάντα σηκωμένο το κεφάλι ψηλά. Για να μη χάνεις το κουράγιο και την αισιοδοξία σου στη γκρίζα καθημερινότητα που σε περιβάλλει. Και παλεύεις με τους γύρω σου που θεωρούν τα όνειρα σου παιδιάστικα. Ωστόσο, δε μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Γιατί σε λένε Ηλιαχτίδα και θέλεις να φωτίζεις τον κόσμο γύρω σου, με το χαμόγελο σου, όπως ένα παιδί. Που δε του λείπει η αισιοδοξία και το χαμόγελο και τα βλέπει όλα γύρω του φωτεινά. Και συνεχίζεις να γράφεις. Γιατί ενδόμυχα ελπίζεις πως άμα διαβάσει τα κείμενα σου κάποιος θα του ομορφύνεις την ημέρα. Και θα τον κάνεις να δει τον κόσμο γύρω του με τη ματιά ενός παιδιού. Και θα τον κάνεις να χαμογελάσει. Γιατί τίποτε άλλο δε θέλεις. Παρά να ομορφύνεις με χρώμα και φως τον κόσμο γύρω σου γιατί σε λένε Ηλιαχτίδα. Γιατί Ηλιαχτίδα σημαίνει φως.