RSS

Η μικρή Ηλιαχτίδα διαβάζει για τον Ασέπ



Το μεγαλύτερο βάσανο της μικρής Ηλιαχτίδας δεν είναι κάποιο μικρότερο αδελφάκι, ή το σχολείο. Αλλά, κάτι χειρότερο. Το τρομερό τέρας που λέγεται Ασέπ. Ένα αδυσώπητο τέρας που καταβροχθίζει κόσμο και κοσμάκη. Λίγοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να το νικήσουν και να διαβούν την πύλη του Παραδείσου, χωρίς παράπλευρες απώλειες. Πολλοί οι τολμηροί λίγοι όμως οι νικητές. Για να κατορθώσεις να το νικήσεις πρέπει να υιοθετήσεις μια ευέλικτη στρατηγική γιατί ξέρει και ελίσσεται. Πρέπει να δώσεις μάχη σκληρή με αίμα και ιδρώτα. Και πάλι όμως είναι δεν είναι στο χέρι σου να το νικήσεις. Εξαρτάται από πολλές συγκυρίες η νίκη, της οποίας τα όρια είναι πολύ δυσδιάκριτα πολλές φορές με της ήττας. Η μικρή Ηλιαχτίδα το σιχαίνεται. Αλλά καθώς ζει κάτω από τη σκιά του και για να ζήσει καλά κι εμείς καλυτέρα πρέπει να δώσει μάχη και να το νικήσει. Να ζήσει εις βάρος του. Κάθεται και ξεροσταλιάζει μέρα νύχτα πάνω από τα βιβλία και τα τετράδια της και ονειρεύεται την ημέρα που θα νικήσει το τέρας και θα διοριστεί σε ένα μακρινό αιγαιοπελαγίτικο νησί των Δωδεκανήσων. Η μάχη είναι άνιση τις περισσότερες φορές και η μικρή Ηλιαχτίδα αντί για φωνές ενθάρρυνσης ακούει φωνές, τσακωμούς, γκρίνιες και μουρμούρες γιατί δυσκολεύεται να στρωθεί. Το netbook και το blog της σα νεράιδες την καλούν. Τα παραμυθένια τετράδια της, της μουρμουρίζουν χαηδευτικά στ’ αφτί. Και κείνη η δόλια τί να κάνει. Παραπαίει ανάμεσα στο καθήκον και στα όνειρα. Μπορείτε να μου λύσετε μια απορία; Πώς γίνεται τις καλύτερες εμπνεύσεις να της έχεις όταν στρώνεσαι να διαβάσεις; Που φυσικά δε διαβάζεις και μισοκοιμάσαι πάνω από τα βιβλία και τα τετράδια και κάθε φορά που ακούς ελαφροπατήματα τινάζεσαι έντρομη και παριστάνεις τη γενναία την ώρα του καθήκοντος. Πού δεν υποκύπτεις στη γλυκιά σειρήνα του ύπνου, αλλά ναι. Ω! Ναι! Διαβάζεις. Και φυσικά με το ένα χέρι στέλνεις μηνύματα κρυφά κάτω από το τραπέζι για να μη σε δουν ή κάνεις κανένα μικρό μεγάλης διάρκειας τηλεφωνάκι στη κολλητή που διαβάζει για πτυχίο και κλαίγεστε η μια στον ώμο της άλλης από μακριά. Και στηρίζετε η μια την άλλη. Και βογκάς πάνω από τις θεωρίες των θεωρητικών που είναι πολλοί, παράξενοι και διάφοροι πανάθεμα τους. Ο κάθε πικραμένος να βγάζει κι από μία θεωρία γιατί έτσι του κάπνισε. Μμμ… Τώρα της μικρής Ηλιαχτίδας της ήρθε μια ιδέα. Να βγάλει μια δική της θεωρία. Πού δε ξέρει ακόμη τι θα λέει, αλλά θα βγάζει τον πόνο της και θα διδάσκει στα μικρά τσορτσοπούλια της (ας όψονται τα ποντιακά) μαθήματα ζωής. Πώς να νικάνε την ίδια τη ζωή και να διεκδικούν ένα καλύτερο κόσμο για να ζήσουν. Και το μέλλον θα δείξει αν θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα κι αν θα διαβεί η μικρή Ηλιαχτίδα τις Πύλες του Παραδείσου. Αμήν!!!

μικρή Ηλιαχτίδα έπαθε, η μικρή Ηλιαχτίδα έμαθε…

Μα είναι δυνατόν φίλοι μου να σε ξυπνάνε από τα άγρια χαράματα, δέκα και μισή το πρωί, για σιδέρωμα;; Κι όμως είναι δυνατόν! Έτσι την πάτησε και η μικρή μας Ηλιαχτίδα εκείνο το πρωί. Το προηγούμενο βράδυ η μικρή Ηλιαχτίδα είχε κοιμηθεί αργά και ο ύπνος της ήταν ανήσυχος. Ξύπνησε, χωρίς να το θέλει, γύρω στις δέκα και προσπάθησε μάταια να ξανακοιμηθεί. Και κει που πήγε να την πάρει ο ύπνος, άκουσε μια φωνή από μακριά να την καλεί. «Ηλιαχτίδααα, σήκω για σιδέρωμα. Έχουμε μπόλικα ρούχα για σίδερο». Αμάν. Τι ήταν αυτό; Η Ηλιαχτίδα γύρισε πλευρό και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της ότι αυτό που άκουγε ήταν ένας άσχημος εφιάλτης. Ωστόσο, η φωνή την ξανακάλεσε. Η Ηλιαχτίδα βόγκηξε. Ούτε λίγο χουζούρι δε μπορούσε να απολαύσει με την ησυχία της; Μα τι κακό ήταν αυτό που τη βρήκε πρωινιάτικα; «Ηλιαχτίδααα»…!!! Ούτε Σταχτοπούτα να ήταν. Με το ζόρι σηκώθηκε. «Έρχομαι, έρχομαι», γκρίνιαξε. Το κακό ήταν ότι σ’ ένα μεγάλο σπίτι με μια μεγάλη οικογένεια τα ρούχα είναι ουκ ολίγα. Και η Ηλιαχτίδα, που το ήξερε καλά, ξανά βόγκηξε. Αφού έκανε τα καθήκοντα της, πλύσιμο, βούρτσισμα, χτένισμα, πρωινό, όσο μπορούσε με την ησυχία της και τη Δαμόκλειο Σπάθη του σιδερώματος να κρέμεται πάνω από το κεφάλι της, πήγε στο σαλόνι. Η σιδερώστρα είχε ήδη στηθεί και τα ρούχα την πρόσμεναν σε στοίβες πάνω στον καναπέ. Η μικρή Ηλιαχτίδα αναστέναξε βαθιά. Τι άλλο μπορούσε να κάνει παρά να καταπιαστεί και να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα. Δε μπορούσε να βάλει μουσική, όπως συνήθιζε όταν σιδέρωνε, γιατί κάποιοι άλλοι είχαν καταλάβει το ραδιόφωνο και άκουγαν έναν σταθμό που η Ηλιαχτίδα τον βαριότανε. Σήμερα η τύχη δεν ήταν με το μέρος της. Κι έτσι δυστυχώς έπρεπε να κάνει τη δουλειά της χωρίς μουσική για να της απαλύνει το φορτίο. Με βαριά καρδιά σήκωσε το σίδερο και άρχισε να σιδερώνει. Για να κάνει πιο ανάλαφρη τη δουλειά της έπιασε να σιγομουρμουρίζει ένα νησιώτικο σκοπό. Και σε λίγο πήρε κάπως τ’ απάνω της. Και τότε ήρθε η κακιά η ώρα… Το σίδερο το είχε βάλει στο full, στο 3 κι έκαιγε πολύ. Η Ηλιαχτίδα θυμότανε από τα φοιτητικά της χρόνια πως το δυνατό σίδερο έκαιγε τα ρούχα. Η μεγάλη της όμως αδελφή της είχε πει σιδέρωμα στο 3. Η μικρή Ηλιαχτίδα το κοίταξε σκεφτική. Δε μπορούσε όμως να κάνει διαφορετικά παρά να ακούσει τις συμβουλές της μεγαλύτερης αδελφής της. Ήρθε η σειρά να σιδερώσει το πουκάμισο της μεγάλης της αδελφής. Αυτό που το ζήλευε και ήθελε με την πρώτη ευκαιρία να το κλέψει. Το παίρνει κι αρχίζει να το σιδερώνει. Την ώρα που σιδέρωνε το μανίκι του πουκάμισου βλέπει μια τρύπα. «Μπα, σκέφθηκε, φοράει η Πουπέττα τρύπιο πουκάμισο»; Δε πολύ έδωσε σημασία και συνέχισε το σιδέρωμα. Την ώρα όμως που σιδέρωνε το κυρίως φύλλο παρατήρησε έντρομη πως με κάθε σιδεριά έβγαινε και από μια μεγάλη τρύπα. Και φυσικά αφού το έδειξε δειλά δειλά στη μαμά και στη Πουπέττα ξέσπασε ομηρικός καυγάς. «Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι. Δε σε νοιάζουνε οι άλλοι», τσίριζε η Πουπέττα. «Μα, αφού με είπες ότι τα πουκάμισα τα σιδερώνουμε στο 3», διαμαρτυρήθηκε η Ηλιαχτίδα. «Τα πουκάμισα του μπαμπά στο 3, @#%&, και όχι όλα τα πουκάμισα». «Μα, παιδί μου δεν είδες ότι είναι νάιλον το πουκάμισο και δε φαντάστηκες ότι θα καεί στο 3»; Η Ηλιαχτίδα τα παράτησε, γιατί δεν έβγαζε άκρη μαζί τους. Και παράτησε το σίδερο για τη μαμά μη κάνει καμιά άλλη ζημιά στα πανάκριβα ρούχα της Γιουρίκας. Η μικρή Ηλιαχτίδα έπαθε, η μικρή Ηλιαχτίδα έμαθε. Μόνο τα πουκάμισα του μπαμπά στο 3 και όλα τα υπόλοιπα στο 2!!

Η μικρή Ηλιαχτίδα πάει για ψώνια


Η μικρή Ηλιαχτίδα σιχαίνεται τα ψώνια. Και για να τα γλυτώσει θα έκανε οτιδήποτε. Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές που όσο και να τα αποφεύγεις, θα τα βρεις μπροστά σου. Έτσι και εκείνη την ημέρα.

Άνοιξε τη ντουλάπα της η μικρή Ηλιαχτίδα και έψαξε τα ρούχα της για να δει τι θα βάλει. Τα έβλεπε ένα ένα και τα πετούσε στο κρεβάτι. Το ένα δεν είχε κουμπί. Το άλλο ήθελε στρίφωμα. Το τρίτο είχε μια τρυπίτσα στο μανίκι χαμηλά. Το άλλο είχε και λίγο φόρεμα πάνω του γύρω από την τρύπα. «Αααχ, δεν έχω τι να βάλωωω», γκρίνιαξε η Ηλιαχτίδα. Αμέσως επιστρατεύτηκαν η αδελφή ανερχόμενη σχεδιάστρια μόδας και στυλίστρια και η μεγαλύτερη αδελφή, φιλόλογος αυτή, που όλοι σέβονταν το ενδυματολογικό της γούστο και προσωπικό στυλ. Και άρχισε τότε το μαρτύριο της. «Πρέπει να πας για ψώνια», αποφάνθηκαν οι αδελφές βασανίστριές της, αφού τσέκαραν τα ρούχα της. Η μικρή Ηλιαχτίδα στραβομουτσούνιασε. «Μη κάνεις έτσι», τη μάλωσαν οι αδελφές της. «Γυναίκα είσαι. Πρέπει να ψωνίζεις πιο συχνά και για την ηλικία σου. Δε ξέρεις να ντύνεσαι». Καταλάβατε φίλες μου τι γίνεται; Άλλοτε βρίσκουν τη μικρή Ηλιαχτίδα παιδί και άλλοτε Γυναίκα. Όπως τους συμφέρει δηλαδή. Άρα, δεν είναι απορίας άξιο που η μικρή Ηλιαχτίδα αισθανόταν σα διχασμένη προσωπικότητα. Αφού λοιπόν διαφώνησαν εκατόν πενήντα χιλιάδες φορές για το αν το πουκάμισο ταιριάζει πιο καλά να μπει μέσα στη φούστα ή να πέφτει χύμα απ’ έξω, ή αν η μαύρη ζώνη ταιριάζει να μπει καλά χαμηλά κάτω στη θέση της ζώνης ή πάνω από το πουκάμισο και αφού τη μάλωσαν γερά που αρνήθηκε πεισματικά να βάλει τακούνια και έβαλε τ’ αγαπημένα της flat λαμέ πέδιλα, κίνησαν για την αγορά. Στην αγορά είχε αρκετή κίνηση. Άλλωστε ήταν περασμένες δώδεκα. Πρώτη στάση στο….. Μέσα είχε πολύ κόσμο. Άλλοι μπαινόβγαιναν στα δοκιμαστήρια, άλλοι περίμεναν να πάρουν σειρά, κάποιοι ψάχνανε απεγνωσμένα νούμερα στα ρούχα που ήθελαν, άλλοι τσέκαραν απλά να δουν τι υπάρχει, και κάποιες νεαρές δοκίμαζαν τις πανύψηλες, χοντρές, χειμωνιάτικες γόβες. Η μικρή Ηλιαχτίδα έμεινε να χαζεύει την κίνηση. Πάντα όταν την αγγάρευαν να συνοδεύσει τις αδελφές της στα ψώνια και δε τη γλύτωνε, αρεσκότανε στο να χαζεύει την κίνηση, τις υστερικές μαμάδες, τις ιδιοτροπίες των νεαρών, τους τσακωμούς με τις πωλήτριες. Όπως και αυτή τη φορά, ενώ οι αδελφές της άρχισαν να ψάχνουνε βιαστικά διάφορα μπλουζάκια, φουστίτσες και αξεσουάρ. Γύρισαν με γεμάτα τα χεριά και άρχισαν να φωνάζουνε την ονειροπόλα Ηλιαχτίδα. Τη φόρτωσαν με ρούχα και την τράβηξαν στα δοκιμαστήρια. Η Ηλιαχτίδα αφού έβαλε και έβγαλε το πρώτο ρούχο εκατό φορές γιατί δεν ήξερε ποιο ήταν το πίσω μπρος και το μέσα έξω, ευτυχώς η ταμπελίτσα κάτω αριστερά την έσωσε, τις φώναξε να τη δουν. Οι προσωπικές της στυλίστριες άρχισαν πάλι τα δικά τους. Σου ταιριάζει, δε σου ταιριάζει, βάλε λίγο αυτό πιο πίσω, στρώσε καλύτερα εδώ, μου αρέσει, δε μ’ αρέσει, εσύ τι λες; Μπα, άστο καλύτερα και βάλε το επόμενο. Η μικρή Ηλιαχτίδα αναστέναξε και ακουμπώντας στο τοίχο του δοκιμαστηρίου ονειρεύτηκε μια παραμυθένια χώρα όπου θα τις έντυναν και θα τις ξέντυναν μαγικά ραβδάκια, ανάλογα με τα μάτια, την επιδερμίδα και το χαρακτήρα της καθεμιάς. Ήξερε όμως καλά πως αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ, οπότε αφού ξανά αναστέναξε βαθιά βιάστηκε να βάλει το επόμενο μπλουζάκι γιατί οι αδελφές της άρχισαν να τη φωνάζουν. Βγήκαν με σακούλες. Επόμενος σταθμός… Και δω είχε κίνηση. Άλλωστε ήταν ένα μοδάτο νεανικό μαγαζί με καλές τιμές. Και δω πάλι το ίδιο βάσανο. Εδώ όμως δε μπόρεσε η μικρή Ηλιαχτίδα να χαζέψει τη κίνηση γιατί την τράβηξαν οι άλλες από το χέρι και άρχισαν να τη ρωτάνε «Σ’ αρέσει, δε σ’ αρέσει; Πες μας καλή μας, μη μας σκας».. Και άρχισαν να αντιπαραβάλουν τα μεγέθη πάνω της. Και δω κατέληξαν με τρεις σακούλες ρούχα και αξεσουάρ. Επόμενος σταθμός… Και δω τα ίδια βάσανα. Ευτυχώς εδώ είχε λιγότερο κόσμο. Αφού γύρισαν όλη την αγορά κατέληξαν σε ένα μαγαζί με φουλάρια, καπέλα και αξεσουάρ για τις ίδιες. Τουλάχιστο σ’ αυτό δε θα ψώνιζαν γι’ αυτήν αλλά για τις ίδιες. Γύρισαν ξεθεωμένες δυο ώρες αργότερα σπίτι φορτωμένες σακούλες. Ευτυχώς γιατί η μικρή Ηλιαχτίδα νόμισε ότι θα παραφρονούσε. Κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να τις πείσει ότι ήταν κουρασμένη και δε θα μπορούσε να παραστήσει άλλο το μοντελάκι και την άφησαν ήσυχη. «Τουλάχιστο, θα ησυχάσω για τα επόμενα δυο τρία χρόνια», σκέφθηκε ανακουφισμένη. Αμ δε. «Ετοιμάσου αύριο να βγούμε για παπούτσια», της είπε η μεγάλη αδελφή και της βρόντηξε την πόρτα. Και τι θέλετε να απάντησε η μικρή Ηλιαχτίδα; Αυτό που νομίζετε.. «Γκρρρρ….»!!!

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Εδώ και καιρό ξεκίνησε ένα πολύ όμορφο παιχνίδι μεταξύ των blogger που λέγεται το παιχνίδι της Αγάπης.
Για να πάρεις μέρος στο παιχνίδι πρέπει να σε προσκαλέσει κάποιος και οι όροι είναι οι εξής:
1. να αναφέρεις αυτόν που σε προσκάλεσε,
2. να γράψεις 10 πράγματα που αγαπάς και
3. να προσκαλέσεις κι εσύ 10 bloggers για να παίξουν.

Προσωπικά με κάλεσαν δυο πολύ καλές φίλες η meanan και η sunbeam και τις ευχαριστώ πάρα πολύ γιατί το κατα ευχαριστήθηκα.

Oι Ηλιαχτίδες μου

• Τα όνειρα μου
• Το χαμόγελο ενός μικρού παιδιού
• Το γράψιμο μου
• Το διάβασμα
• Το πιάνο μου
• Η μουσική
• Τα ταξίδια
• Το επάγγελμα μου
• Οι φίλοι μου
• Η οικογένεια μου


ΠΡΟΣΚΑΛΩ

Wolfsoul, τον πολύ καλό μου φίλο

Sweet Truth, την αγαπημένη μου

Marouli, το Μαρουλάκι και τις καλοδεχούμενες συμβουλές της

Sunbeam, την αχτίδα που πάντα μου χαμογελάει

Meanan την μανούλα μου

Φλόγα, την πιστή φίλη

Νερένια, την γλυκιά και μελαγχολική φίλη

Κυρά Δασκάλα, τη μαμάκα

Xrysoula την μαμά για τις υπέροχες συνταγές

Siesta, Το πολύτιμο παιχνιδόκουτο μου


Σε λένε Ηλιαχτίδα...


Σε λένε Ηλιαχτίδα και γράφεις. Όλο γράφεις. Και οι σελίδες γεμίζουν βιαστικά. Γράφεις; Γιατί γράφεις; Γιατί σ’ αρέσει η αίσθηση της λευκής σελίδας. Κι όταν πας να αναρωτηθείς πώς θα γεμίσει η λευκή σου κόλλα, αλλάζεις φύλλο βιαστικά γιατί εκείνη γέμισε. Μα, γιατί γράφεις; Γιατί με το γράψιμο αναπνέεις και γιατί χρωματίζεις με φωτεινά χρώματα τη μίζερη ζωή σου. Και γιατί δε παύεις να ονειρεύεσαι και να αποτυπώνεις τα όνειρα σου σ’ ένα χαρτί. Μα, τα ίδια λες και τα ξανά λες και επαναλαμβάνεσαι. Ωστόσο, τα όνειρα σου είναι πάντα διαφορετικά. Και πλημμυρίζεις και θέλεις να ξεχύσεις όλο αυτό το ορμητικό ποτάμι που αναβλύζει και τρέχει στη καρδιά σου. Για να είναι η κάθε σου μέρα μια καινούρια αρχή. Για να έχεις πάντα σηκωμένο το κεφάλι ψηλά. Για να μη χάνεις το κουράγιο και την αισιοδοξία σου στη γκρίζα καθημερινότητα που σε περιβάλλει. Και παλεύεις με τους γύρω σου που θεωρούν τα όνειρα σου παιδιάστικα. Ωστόσο, δε μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Γιατί σε λένε Ηλιαχτίδα και θέλεις να φωτίζεις τον κόσμο γύρω σου, με το χαμόγελο σου, όπως ένα παιδί. Που δε του λείπει η αισιοδοξία και το χαμόγελο και τα βλέπει όλα γύρω του φωτεινά. Και συνεχίζεις να γράφεις. Γιατί ενδόμυχα ελπίζεις πως άμα διαβάσει τα κείμενα σου κάποιος θα του ομορφύνεις την ημέρα. Και θα τον κάνεις να δει τον κόσμο γύρω του με τη ματιά ενός παιδιού. Και θα τον κάνεις να χαμογελάσει. Γιατί τίποτε άλλο δε θέλεις. Παρά να ομορφύνεις με χρώμα και φως τον κόσμο γύρω σου γιατί σε λένε Ηλιαχτίδα. Γιατί Ηλιαχτίδα σημαίνει φως.

Η μικρή Ηλιαχτίδα φρονιμεύει…

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα χαρούμενο και παιχνιδιάρικο κοριτσάκι που το λέγανε Ηλιαχτίδα. Το κοριτσάκι αυτό ήτανε σωστό ζωντόβολο και τρελαινότανε να δουλεύει όλο τον κόσμο. Έλα όμως που ήρθε εκείνη η αποφράδα ημέρα που το μικρό κοριτσάκι αναγκάστηκε να φρονιμέψει.. Μια μέρα ενώ η μικρή Ηλιαχτίδα έπαιζε αμέριμνη στο κήπο ένιωσε ένα ελαφρύ τσίμπημα στο δόντι. Δε του έδωσε όμως καμία σημασία και συνέχιζε να παίζει. Άλλωστε έπαιζε ένα καταπληκτικό παιχνίδι. Τη διάσημη εξερευνήτρια μαντάμ Μαργκερί ντε Βαλουά που εξερευνούσε τα παρθένα δάση της Αφρικής και έμενε σε ένα δεντρόσπιτο. Το δάσος ήταν ο κήπος με τις τριανταφυλλιές και το δεντρόσπιτο ήταν μερικές καρφωμένες σανίδες πάνω στη κερασιά. Τι σημασία έχουν όμως όλα αυτά; Σημασία έχει το παιχνίδι και η φαντασία… Για να τελειώσει ωραία και θριαμβευτικά το ταξίδι της μεγάλης εξερευνήτριας Μαργκερί ντε Βαλουά, έφαγε η μικρή Ηλιαχτίδα μια μεγάλη πλάκα σοκολάτα γάλακτος. Άλλωστε, η μικρή Ηλιαχτίδα τρελαινόταν για σοκολάτα. Όπως ένα νορμάλ, φυσιολογικό παιδί. Γιατί, πίστευε πως αν ένα παιδί δεν τρελαινότανε για σοκολάτα, κάτι δε πήγαινε καλά. Το βράδυ εκείνο όμως η μικρή Ηλιαχτίδα ένιωσε το τσίμπημα λίγο πιο δυνατά. Δεν έδωσε όπως και πάλι καμία σημασία. Και συνέχιζε να εξερευνεί τον κήπο και να καταβροχθίζει σοκολάτες… Μια νύχτα όμως δε κοιμήθηκε καθόλου από τον πόνο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά το πρωί που πήγε να βουρτσίσει τα δόντια της παρατήρησε με έκπληξη το μάγουλο της που είχε πρηστεί. «Ααααχ…μαμάάάά», άρχισε να τσιρίζει. Έντρομη η μαμά της μπήκε στο μπάνιο και αντίκρισε τη μικρή Ηλιαχτίδα μουσκεμένη στα δάκρυα και να κοιτά με απόγνωση το μάγουλο της. Η μαμά χαμογέλασε, της σκούπισε τα δάκρυα και της είπε τρυφερά, «δεν είναι τίποτε γλυκιά μου, απλά θα φρονιμέψεις»! Α, αυτό δεν άρεσε καθόλου στη μικρή Ηλιαχτίδα. Τι πάει να πει θα φρονιμέψει; Δε της άρεσε καθόλου η ιδέα να κάθεται φρόνιμη σα Παναγίτσα και να μη κουνιέται. Δηλαδή, δε θα μπορούσε να παριστάνει άλλο τη διάσημη εξερευνήτρια Μαργκερί ντε Βαλουά και να εξερευνά τον κήπο? Δε θα μπορούσε να δουλεύει τους άλλους και να κάνει σκανταλιές; Τι νόημα θα είχε τότε η ζωή της; Η μαμά της χαμογέλασε. «Απλά, καλή μου, θα επισκεφτούμε τον οδοντίατρο». «Τον οδοντίατρο»;;; Ααα, αυτό δεν ήτανε καθόλου καλή ιδέα. Χειρότερη από το να κάθεται φρόνιμη σα Παναγίτσα. Η μικρή Ηλιαχτίδα δεν είχε πάει ποτέ στον οδοντίατρο. Είχε ακούσει όμως από τις φίλες της πως όταν είχαν πάει στον οδοντίατρο, είχαν πονέσει πολύ. Τι να κάνει όμως; Δε μπορούσε να κάθεται με ένα πρησμένο, σα τούμπανο, μάγουλο και να πονάει. Οπότε αναγκάστηκε να συμφωνήσει. Το οδοντιατρείο ήταν πολύ όμορφο. Ήταν φωτεινό, γεμάτο απαλά χρώματα και στους τοίχους παιδικές ζωγραφιές. Η βιβλιοθήκη ήταν γεμάτη παιδικά βιβλία. Όση ώρα περίμεναν στην αίθουσα αναμονής η μικρή Ηλιαχτίδα αποφάσισε να διαβάσει κάποιο από τα βιβλία. Διάλεξε στη τύχη τη Ντόρα τη μικρή εξερευνήτρια. Το βιβλίο όμως δε της άρεσε καθόλου. Τι σόι εξερευνήτρια ήταν αυτή; Η δικής της Μαργκερί ντε Βαλούα ήταν απείρως καλύτερη. Δε πρόλαβε να θυμώσει μαζί της γιατί ήρθε να τη πάρει από το χέρι η κ. Δώρα, η οδοντίατρος. Την άφησε να εξερευνήσει το δωμάτιο, να περιεργαστεί τα οδοντιατρικά εργαλεία, να κάνει χίλιες μύριες ερωτήσεις και στο τέλος την κάθισε σε μια μεγάλη πολυθρόνα και άναψε το φως από πάνω της. Στην αρχή, της έκανε μια ένεση για να μουδιάσει το στόμα και να μη πονέσει. Μετά άρχισε. Η μικρή Ηλιαχτίδα δε πονούσε καθόλου στην αρχή. Μετά όμως από το υπερβολικό άνοιγμα του στόματος την έπιασαν αναγούλες. Η κ. Δώρα περίμενε υπομονετικά να συνέλθει και της έδωσε ένα μικρό ποτηράκι. «Γιατί είναι αυτό»; Ρώτησε περίεργη. «Για να μαζέψουμε τα δάκρυα σου», την πείραξε η κ. Δώρα. «Για να φτύνεις», της είπε μετά. Καθώς περνούσε όμως η ώρα άρχισε να πονάει πάρα πολύ. Η κ. Δώρα της έβαλε ένα μικρό οδοντιατρικό τρυπάνι και άρχισε να την τρυπάει. Η μικρή Ηλιαχτίδα άρχισε να φωνάζει από τον πόνο. Η κ. Δώρα ήταν προβληματισμένη. Φαίνεται πως ο μικρός φρονιμίτης είχε βγάλει πλοκάμια και είχε εξαπλωθεί γερά σε όλη τη γύρω περιοχή. Με μια μεγάλη τελευταία τσιρίδα, η κ. Δώρα έβγαλε και το τελευταίο κομμάτι από το μικρό φρονιμίτη και της χάιδεψε το μουσκεμένο μάγουλο. «Κάθε τρεις ώρες παυσίπονο, αλλαγή γάζας στο χειρουργημένο δόντι και κρύα επιθέματα στο μάγουλο». Η μικρή Ηλιαχτίδα δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό «τα επιθέματα», ωστόσο αφού έλεγε κρύα και στο μάγουλο, μάλλον κάτι καλό θα ήταν. ΄Ελα όμως που η γκαντεμιά συνεχιζόταν. Γιατί ο μεγαλύτερος αδελφός της Πέτρος θα εγκαινίαζε τη καινούρια, μεγάλη, χτιστή ψησταριά στο μπαλκόνι του σαλονιού. Και θα έψηνε όλων των ειδών τα κρεατικά. Η μικρή Ηλιαχτίδα μούγκρισε από θυμό καθώς το θυμήθηκε. Έλα όμως που δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Και συνέχιζε και συνεχίζει να πονάει. Ααααααχχχχ!!!!!